Η ηλικιακή διάκριση ορίζεται ως ένα σύνολο αντιλήψεων και κοινωνικών συμπεριφορών που στηρίζεται στην αρνητική πλευρά της γήρανσης. Οι ηλικιωμένοι θεωρούνται απόμαχοι της ζωής, άτομα ευαίσθητα και εξαρτημένα, συχνά δύστροπα που αποτελούν βάρος για την οικονομία του κράτους τόσο σε επίπεδο δημογραφικό όσο και σε κοινωνικό. Με άλλα λόγια, η γήρανση αποτελεί μια φυσιολογική διαδικασία που αποδυναμώνει τα μέλη μιας κοινωνίας, τα καθιστά ανίκανα να προσφέρουν (συνταξιοδότηση) και τα περιορίζει σε μια παθητική στάση ζωής, η οποία με τη σειρά της επιβαρύνει κοινωνικο-οικονομικά τις νεότερες και πιο ενεργές κοινωνικές ομάδες.

Οι εκπρόσωποι της παραπάνω ηλικιακής ομάδας (ηλικιωμένοι) που αποτελούν θύματα της διάκρισης αυτής, συχνά εγκλωβίζονται στις βιολογικές αλλαγές που τους συμβαίνουν και αποδέχονται τις παραπάνω κοινωνικές νόρμες με σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχολογική τους υγεία και στην κοινωνική τους υπόσταση. Με αυτό τον τρόπο οι νέοι απαξιώνουν  τους μεγαλύτερους και οι μεγαλύτεροι δεν εμπιστεύονται τους νέους, γεγονός που καθιστά τους ανθρώπους όλων των ηλικιών ανήμπορους να δεχτούν την ηλικίωση-γήρανση και την νεότητα ως αλληλένδετα και αναπόσπαστα τμήματα της διαδικασίας της ζωής. Συνεπώς , η απόσταση των γενεών μεταξύ τους και η έλλειψη διαγεννεακής διάδρασης μόνο αρνητικές συνέπειες μπορεί να επιφέρει σε ένα κοινωνικό σύνολο που τα μέλη του εκπροσωπούν διαφορετικές γενεές.

Απορροφημένος κανείς από τις αρνητικά χρωματισμένες και κοινωνικά επιβεβλημένες θέσεις και αντιλήψεις για τους εκπροσώπους της Τρίτης και Τέταρτης Ηλικίας φαίνεται να ξεχνά τη σημασία της προσφοράς όταν προέρχεται από μια ηλικιακή ομάδα που αριθμεί χρόνια, εμπειρία και σοφία στους ώμους της. Η επικοινωνιακή σχέση που δύναται να δημιουργηθεί ανάμεσα σε εκπροσώπους διαφορετικών γενεών έρχεται να αποθαρρύνει και να ανατρέψει αρνητικές αντιλήψεις και ηλικιακές διακρίσεις όπως οι παραπάνω. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ των παιδιών και των γονιών και πόσο χρήσιμη παραμένει στην Ελληνική κοινωνία.

Η αύξηση του προσδόκιμου της ζωής και η παράλληλη μείωση του ποσοστού των γεννήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο οδηγούν σε γηράσκοντες πληθυσμούς. Οι άνθρωποι ζουν περισσότερο και μαζί τους γερνούν και οι κοινωνίες. Πρόκειται για ένα παγκόσμιο φαινόμενο. Ας πάρουμε για παράδειγμα την Ελλάδα. Συγκεκριμένα στη χώρα μας το ποσοστό του πληθυσμού άνω των 65 ετών, από σχεδόν 7% το 1951 εκτινάχθηκε στο 19% το 2011 ενώ εκτιμάται ότι ο πληθυσμός των Ελλήνων άνω των 65 ετών θα αγγίξει το 32% το 2030. Με άλλα λόγια ένας στους τρεις Έλληνες θα είναι ηλικιωμένος . Είμαστε όλοι εν δυνάμει  ηλικιωμένοι!

 

Ποια είναι όμως τα στερεότυπα- μύθοι που αφορούν στα γηρατειά;

 

  • Το γήρας είναι ασθένεια

Το γήρας δεν είναι ασθένεια, ωστόσο η βιολογική γήρανση μας κάνει επιρρεπείς στις ασθένειες. Υπάρχει πάντα το περιθώριο να φροντίσουμε το σώμα, την καρδιά, το μυαλό, τη ψυχή, το πνεύμα και έτσι να βελτιώσουμε την κινητικότητα, την ανεξαρτησία, την αισιοδοξία , την ενέργεια.

 

  • Οι ηλικιωμένοι είναι μικρά παιδιά

Οι ηλικιωμένοι δεν είναι μικρά παιδιά. Τα γκρίζα μαλλιά τους και τα χρόνια στην πλάτη τους το επιβεβαιώνουν. Το παραπάνω στερεότυπο αναφέρεται σε συμπεριφορές που προκύπτουν από εκφυλιστικές ασθένειες του εγκεφάλου και περιορίζουν την ικανότητα του ατόμου να επικοινωνήσει με τον τρόπο μέχρι τώρα έκανε.

 

  • Οι ηλικιωμένοι είναι ανήμποροι

Η ανημπόρια και η αδυναμία δεν έχουν ηλικία. Ένας νέος άνθρωπος μετά από ατύχημα π.χ. αντιμετωπίζει τις ίδιες δυσκολίες με έναν ηλικιωμένο μετά από ατύχημα

 

  • Οι ηλικιωμένοι χαρακτηρίζονται από μοναξιά

Οι ηλικιωμένοι δεν είναι μόνοι. Η μοναξιά μπορεί να χτυπήσει την πόρτα του καθενός ανά πάσα στιγμή.

 

  • Οι ηλικιωμένοι αποτελούν το παρελθόν

Οι  ηλικιωμένοι δεν αποτελούν το παρελθόν. Πως είναι δυνατόν 1 στους 3 Έλληνες να αποτελεί το παρελθόν της κοινωνίας μας;

 

Συνοψίζοντας, η γήρανση είναι μια φυσική, συνεχής, εξελισσόμενη και πολύπλοκη διαδικασία που ξεκινάει με τη γέννηση και τελειώνει με το θάνατο. Οι αλλαγές που ενέχει η γήρανση αφορούν τόσο σε ψυχοκοινωνικό όσο και σε βιολογικό επίπεδο.

Καθώς μεγαλώνουμε το σώμα μας, η αντοχή μας, η μυϊκή μας δύναμη ο ρυθμός που επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες και επικοινωνούμε , ο ρόλος μας στην οικογένεια αλλά και στην κοινωνία αλλάζει.

Πρόκειται συνεπώς για ένα φυσικό ταξίδι από την βρεφική στην παιδική, από την νεαρή στη μέση, και από την Τρίτη στην Τέταρτη ηλικία μέσα στο πέρασμα του χρόνου.

Ευθυμία Καρβουνοπούλου

Γεροντολόγος- Ψυχολόγος, M.A